
[μεράκι, το] φροντίδα, δεξιοτεχνία, γνήσιο ενδιαφέρον (Πάπυρος - Larousse)
Μέτριος ορισμός. Άμα πεις και για μεταφράσεις, ακόμα χειρότερα. Στα αγγλικά: appetite, craving, desire, hunger, lust, yearning - not even close, imho. Την έννοια όμως την ξέρεις, τη νιώθεις. Κι ας μ