Τις Τετάρτες, γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι, όπως ρουφώ τον σκέτο κρύο εσπρέσσο μου, κοιτάζω τους ανθρώπους του μόχθου και της σταθερής – καμιά φορά – εργασίας.
Τούτοι, αδιάκοπα και με ρυθμόν φρενήρη, πηλαλούν άνω κάτω εις τας οδούς της πόλεως, φτιάχνοντας με τες τροχιές των