
Μάτια σβηστά, σκυφτή και ζαρωμένη,
με το σκισμένο στις πλάτες το μαντήλι,
την είδα σ’ ερημόκκλησο να μπαίνει
και του Χριστού ν’ ανάβει το καντήλι.
Και λες που η θεία μορφή την ανασταίνει
τ’ αχνόλευκό της, να , σαλεύει , χείλι
και προσευχή θερμή , απ’ το στήθος βγαίνει.
Σ