
Ξέρεις τί είναι ξένος; Ξένος είναι να βρέχει συνέχεια τού πνιγμού, και να μην έχεις κανέναν να τού γκρινιάξεις και να σού γκρινιάξει.
Έβρεχε πολύ, στην Πόλη του Ωκεανού. Έβρεχε μονότονα, ήρεμα, αλλά δυνατά, μέρες και μέρες, μέρες ατέλειωτες, που έμοιαζαν μήνες, χρόνια- ή